Οι ώρες κύλησαν αργά και βασανιστικά για το άτυχο ζευγάρι. Οι βραδυνές του συζητήσεις με τους ομότιμους του, στο συρτάρι που ζούσε μέχρι πριν από λίγες ώρες, έμοιαζαν ήδη τόσο μακρινές σαν να μην είχαν γίνει ποτέ. Πεταμένο πάνω στην καρέκλα, δίπλα από τον απαγωγέα του που κοιμόταν με την τηλεόραση ανοιχτή, σκεφτόταν το μέλλον με τρόπο περήφανο και αξιοπρεπές. Ούτε ένα δάκρυ, ούτε ένα παράπονο. Μόνο λίγο πονοκέφαλο ένοιωσε από την τηλεόραση που βομβάρδιζε όλη την νύχτα το δωμάτιο με φωτεινές, αποχαυνωτικές διαφημιστικές υποσχέσεις.
Το πρωί ξεκίνησε την νέα του ζωή γεμάτο ντροπή. Θα υπηρετούσε δεύτερη συνεχόμενη ημέρα ! Χωρίς να έχει πάρει την απαραίτητη, για την τάξη του, περιποίηση καθαρισμού. Και τι ειρωνία ! Η ίδια απουσία καθαρισμού ήταν ολοφάνερη και στα πόδια. Το μόνο που έκανε ο τρισάθλιος αυτός νέος ιδιοκτήτης ήταν να το τινάξει βίαια πάνω στην ράχη της καρέκλας για να φύγει από μέσα του ένα συννεφάκι σκόνης.
Αμέσως ξανασυνάντησε το ίδιο ζευγάρι παπούτσια. Τώρα που υπήρχε το φως της ημέρας πρόσεξε και την τρύπα που υπήρχε στο δεξί παπούτσι, χαμηλά, δίπλα στο φαγωμένο τακούνι. Ήταν η πρώτη του φορά που αντί να εκτελέσει τα καθηκοντά του σωστά, αγκαλιάζοντας με τον προβλεπόμενο τρόπο τα πόδια, αρκέστηκε απλά να λειτουργήσει ως ένα απλό εμπόδιο ανάμεσα στα πόδια και τα παπούτσια.
Ύστερα είδε την πόρτα, το ασανσέρ και το δρόμο. Με τα δόντια του σφιγμένα από την δυσάρεστη μυρωδιά και με το άγχος μιας τυχαίας συνάντησης του με άλλα ζευγάρια της ίδιας κάστας του, παρατηρούσε μέσα από τον εξαερισμό του δεξιού παπουτσιού την πορεία του απαγωγέα του. Ο προορισμός του φάνηκε γνωστός. Δεν ήταν όμως σίγουρο. Όταν όμως τα παπούτσια βγήκαν, τότε ένοιωσε μία μεγάλη συγκίνηση. Βρίσκοταν στο μέρος όπου τοποθετήθηκε για πρώτη φορά μετά την γέννηση του στο εργοστάσιο. Ήταν στο κατάστημα υποδημάτων το οποίο βρισκόταν και ακριβώς δίπλα από το σπίτι όπου ζούσε μέχρι χθες το βράδυ. Τόσο κοντά από το αγαπημένο του συρτάρι, τις παλιές του παρέες και όμως τόσο απίθανα μακρυά.
Δεν πρόλαβε να δει κάτι άλλο γιατί μπήκε σε ένα ολοκαίνουργιο, αν και κάπως στενό ζευγάρι παπούτσια. Η αίσθηση αυτή του καινούργιου, της λατρεμένης μυρωδιάς από αρκετά καλό, είναι η αλήθεια, δέρμα, του αναπτέρωσε για λίγο το ηθικό. Για λίγες στιγμές αγκάλιασε, ακόμη, και αυτό το άπλυτο πόδι. Το αίσθημα αυτό που του έδινε η εκπλήρωση του προορισμού του, κράτησε λίγο.Όσο χρειάστηκε ο απαγωγέας του να καταλάβει πως τον στενεύουν αυτά τα παπούτσια.
Μέχρι να του φέρουν να δοκιμάσει κάτι άλλο, έγινε αυτό που ακόμη και σήμερα διηγούνται οι πιο φτωχικές κάλτσες στα μπουγαδόσχοινα και γαριάζουν από τα γέλια.
Άνοιξε η πόρτα του καταστήματος και μπήκε ένας κύριος. Το βλέμμα του έπεσε πρώτα στο άνθρωπο που περίμενε να δοκιμάσει παπούτσια και μετά, στο ζευγάρι αυτό.
- Αυτές τις κάλτσες τις ξέρω, σκέφτηκε. Βέβαια. Έχουν και το κεντημένο μου μονόγραμμα.
Και τότε ρώτησε τον καθισμένο :
- Το όνομα σας αρχίζει από Γ ;
- Όχι, κύριε. Με λένε Δημήτρη.
- Κεριά και λιβάνια ρε, που δεν φτάνει που πήγες με την γυναίκα μου, μου έκλεψες και τις κάλτσες. Τώρα θα δεις, του λέει και αρπάζει μία ομπρέλλα που αλλοιώς φανταζόταν πως θα ξεκινούσε η καριέρα της και αλλοιώς ξεκίνησε.
- Θα σου σπάσω το κεφάλι, ρεεεε! Και άρχισε να τον κυνηγά.
Οι κάλτσες παρακάλαγαν να τις προφτάσει ο κύριος τους αλλά ο απαγωγέας τους ήταν πολύ νεώτερος. Πάτησαν πρώτη τους φορά την βρωμερή άσφαλτο. Πάτησαν τσίχλες, νερά, κάτι άλλο από σκύλο.
Στην γωνία, δίπλα στα σκουπίδια , ο αέρας και κάτι παιδιά που το κλώτσησαν για πλάκα, ήταν ένα παλιό, φτηνό και τρύπιο ζευγάρι κάλτσες. Ήταν οι παλιές του φτερωτού εραστή και γέλαγαν με την καρδιά τους. Αυτές,τουλάχιστον, δεν είχαν πατήσει ποτέ γυμνές πάνω στην βρωμερή άσφαλτο...
By giogiz
Y.Γ. Αν κάποιος θέλει να το αντιγράψει, να αναφέρει παρακαλώ το site που το βρήκε.Thanx