Ο ΑΝΑΠΗΡΟΣ(ΑΦΙΕΡΩΜΕΝΟ ΣΤΟΝ ΠΑΤΕΡΑ ΜΟΥ)
Ψηλός, όμορφος, αγέρωχος καθόταν στο παγκάκι
του'λειπε το ένα πόδι και ήταν δυστυχισμένος,
σκεφτόταν την ζωή του ο ίδιος να πάρει σ'εκεινο το παρκάκι.
Κάποιος δίπλα του κάθησε και του λέει συλλογισμένος,
μπορείς απ'την τσέπη μου τσιγάρο να μ'ανάψεις?
Γύρισε, τον κοίταξε με απορία μεγάλη
τότε ειδε ένα πρόσωπο κόκκινο απ'τις εξάψεις.
χέρια δεν είχε ο κακομοίρης τα τσιγάρα του να βγάλει.
Δοξάζοντας τον Θεό ύψωσε τα χέρια στον ουρανό
η δική του αναπηρία ήταν ευλογία
πήρε δυνάμεις πολλές από Ανω
ευχαρίστησε μ'όλη του την ψυχή την Παναγία.
Αναψε του ανάπηρου τον τσιγάρο,
τον κτύπησε στοργικά στην πλάτη
και του είπε, κοίταξε μπροστά της ζωής τον φάρο.
ο Θεός είναι μεγάλος ποτέ δεν κάνει απάτη.
ο σταυρός που δίνει στον καθένα
στα μέτρα του είναι καμωμένος.
Πιό μεγάλο, πιό μικρό δεν θα δώσει σε κανένα.
χαμογέλα, κοίταξε ψηλά, μην είσαι λυπημένος.
Λεξεις-Κλειδια: ΕΛΠΙΔΑ