(Πρεσβεία στην Πυρά της Κύπρου) (Ankara: Bilgi Yayınevi, 1993), σελ. 118-119. ‘’
Η αντιπαράθεση αυτή μεταξύ των φορέων της τουρκικής εξουσίας στο νησί είχε ως φυσικό επακόλουθο την πόλωση και στο εσωτερικό της τουρκοκυπριακής κοινότητας. Οι δύο αντίπαλες τάσεις συσπειρώθηκαν υπό την ηγεσία των δύο ηγετικών προσωπικοτήτων στην Κύπρο, με αποτέλεσμα να επέλθει ο διαχωρισμός σε Ντενκτασικούς και οπαδούς του Δρ. Küçük. ‘’ Kızılyürek, «Rauf Denktaş», σελ. 340’’
Ωστόσο, οι ημέρες του τελευταίου στην ηγεσία της τουρκοκυπριακής κοινότητας ήταν μετρημένες. Η αντίστροφη μέτρηση είχε ξεκινήσει μετά την επάνοδο του Denktaş στο νησί το 1968, όταν ο τελευταίος αναλαμβάνει το ρόλο του διαπραγματευτή στις συνομιλίες με τον Γλαύκο Κληρίδη. Σύντομα οι περιστάσεις τον ευνοούν και «προάγεται» σε επίσημο εκπρόσωπο των Τουρκοκυπρίων.
Το πώς επήλθε η μοιραία εξέλιξη, το αφηγείται ο στρατηγός Yamak:
«Εν τω μεταξύ, πλησίαζαν οι εκλογές για την ανάδειξη προέδρου της Κύπρου (αντιπροέδρου, σύμφωνα με το Σύνταγμα) [εννοεί τις εκλογές της 8ης Φεβρουαρίου 1973]. Πλέον πιστεύαμε ότι ο Δρ. Küçük πρέπει να αποχωρήσει από αυτό το πόστο και στη θέση του να έλθει ο Αξιότιμος Denktaş. Είχαμε την ίδια γνώμη, τόσο εμείς εξ ονόματος της ΤΜΤ, όσο και το υπουργείο των Εξωτερικών. Ούτως ή άλλως, την περίοδο εκείνη ήταν αδύνατον να κερδίσει τις εκλογές ένας υποψήφιος τον οποίον δεν υποστήριζε η ΤΜΤ. Ο μακαρίτης Δρ. Küçük είχε έλθει στην Άγκυρα. Δεν ξέρω ποιους είδε και τι είπε. Τη δεύτερη μέρα ήλθε στο Γραφείο να με επισκεφθεί. Αντικείμενο της επίσκεψης ήταν η υποψηφιότητά του για την προεδρία. Επιθυμούσε να είναι και πάλι πρόεδρος. Εξέθετε τους λόγους γι’ αυτό, αναφερόταν στα όσα υπέμεινε και έλεγε ‘‘ακόμα μία θητεία’’. Απ’ ό,τι είχα καταλάβει από τις συζητήσεις, το ΥΠΕΞ έριχνε το μπαλάκι σ’ εμάς και έλεγε ‘‘το Γενικό Επιτελείο’’. Εγώ έκανα την εισήγησή μου, το επιτελείο έλαβε την απόφασή του και ετοιμαστήκαμε για τη συνάντηση.
Εγώ συμφωνούσα με όσα έλεγε ο μακαρίτης Δρ. Küçük, γνώριζα τις υπηρεσίες που πρόσφερε και τονίζοντας ότι πιθανώς να είναι σωστοί οι λόγοι που επικαλούταν, του έλεγα: ‘‘Ήλθε ο καιρός αλλαγής φρουράς, το όνομά σας αποτελεί τη σημαία του αγώνα. Αποσυρθείτε κρατώντας την ψηλά και δώστε μία ευκαιρία στον Denktaş. Εσείς γνωρίζετε καλύτερα και από πιο κοντά την αξία του και γνωρίζω ότι τον επιδοκιμάζετε. Οι εκλογές πρέπει να διεξαχθούν χωρίς επεισόδια. Σε τελική ανάλυση, η κοινότητα πρέπει να είναι συσπειρωμένη σαν γροθιά γύρω από τον ηγέτη της. Δείξτε αυτή την ανωτερότητα’’.
Αυτή μας η αντιπαράθεση κράτησε τέσσερις ολόκληρες ώρες, κατά τη διάρκεια των οποίων ο μακαρίτης κάπνισε δύο πακέτα τσιγάρα και ήπιε περί τα είκοσι φλιτζάνια τσάι και καφέ. Στο τέλος έκανε μία ερώτηση: ‘‘Κι αν παρ’ όλα αυτά συμμετάσχω στις εκλογές, τι θα γίνει;’’. Του απάντησα ‘‘κατά πάσα πιθανότητα δεν θα κερδίσετε. Αυτό δείχνει και το κλίμα’’ και πρόσθεσα: ‘‘Αξιότιμε κ. Küçük, το αν θα αποχωρήσετε ως ένας πρόεδρος της δημοκρατίας που ιδία βουλήσει μεταβιβάζει τα καθήκοντά του στον αρχηγό της κοινότητας ή ως ένας πρόεδρος που συμμετείχε στις εκλογές και δεν εξελέγη, δεν μπόρεσε να εκλεγεί, αυτό εξαρτάται από το τι επιλέγετε και επικροτείτε. Η επιλογή είναι δική σας’’.
Αισθανόμενος τους δισταγμούς του, συνέχισα: ‘‘Η κοινότητά σας θα σας ξέρει πάντοτε ως τον σημαιοφόρο του αγώνα και θα τρέφει πάντοτε αισθήματα υποχρέωσης και ευγνωμοσύνης προς εσάς. Τόσο στην Τουρκία, όσο και στην Κύπρο η αξιοσέβαστη θέση σας θα τηρηθεί με σχολαστικότητα. Σας παρακαλώ, μην αμαυρώνετε αυτή σας την εικόνα’’. Ο μακαρίτης σκέφτηκε λίγο ακόμα και έπειτα σαν ανακουφισμένος, απάντησε: ‘‘Πάει καλά, στρατηγέ μου, κατάλαβα. Μάλλον έχει ήδη ληφθεί η απόφαση γι’ αυτό το ζήτημα. Πιστεύω ότι κι εγώ πρέπει να συμμορφωθώ με αυτήν. Δεν θα συμμετάσχω στις εκλογές. Παράγγειλέ μου, τώρα, τον τελευταίο καφέ, να τον πιω και να φύγω’’». ‘’Yamak, σελ. 261.’’
Επικροτώντας, μάλιστα, ως εκ του αποτελέσματος την «εύστοχη» επιλογή της τουρκικής στρατιωτικής ηγεσίας να κρατήσει ως «εφεδρεία» των Rauf Denktaş, ο Yamak καταλήγει χαρακτηριστικά: «Ιδού, λοιπόν, αυτή ήταν η ανταμοιβή μας για την επιλογή του Denktaş ως ηγέτη και προέδρου της κοινότητας, επιλογή η οποία με την εξαιρετικά εύστοχη εισήγηση και απόφαση του συνταγματάρχη (μετέπειτα στρατηγού) Turgut Sunalp κατά την επιστροφή από μία σύσκεψη στην Αθήνα πριν από πολλά χρόνια, κρατήθηκε στο παρασκήνιο και ισχυροποιούταν μέρα με τη μέρα όλο και περισσότερο». ‘’Yamak, σελ. 261-262.’’
Σε πολιτικό επίπεδο, οι καίριες παρεμβάσεις και ο καθοριστικός ρόλος του Denktaş ως του αφανούς ηγέτη της τουρκοκυπριακής κοινότητας που θα είναι «μαχητικός και θα προετοιμάζεται για το μέλλον», είχαν ξεκινήσει – όπως έχει ήδη αναφερθεί – πολύ νωρίτερα. Είναι ενδεικτικό το γεγονός ότι ήταν εκείνος ο οποίος στη σύνοδο του Λονδίνου που έλαβε χώρα στις 15 Ιανουαρίου 1964, προκειμένου να εξεταστεί η κατάσταση στην Κύπρο μετά τα γεγονότα του ’63, έδωσε τις βασικές συνιστώσες των τουρκικών θέσεων που επανέφεραν τη διχοτόμηση ως βασική και επίσημη πολιτική επιδίωξη της τουρκικής πλευράς: «Η λύση του 1960 δεν μπόρεσε να διασφαλίσει την ασφάλεια των Τουρκοκυπρίων και [πλέον] υπάρχει ανάγκη να δοθούν εγγυήσεις. Στο πλαίσιο αυτό, μοναδική λύση είναι η ίδρυση ενός δικοινοτικού ομοσπονδιακού κράτους, το οποίο θα είναι γεωγραφικά διαχωρισμένο και στο οποίο θα έχει πραγματοποιηθεί αναγκαστική μετακίνηση πληθυσμών». ‘’Fırat, «Yunanistan’la İlişkiler», σελ. 724. ‘’
Στο εξής, τα στοιχεία των απειλών για επέμβαση στη νήσο, του γεωγραφικού διαχωρισμού και της δημιουργίας ομοσπονδίας, αλλά και της εξεύρεσης μιας λύσης στο Κυπριακό που θα «διασφάλιζε την ασφάλεια της Τουρκίας», επανέρχονται στο προσκήνιο σε διάφορους συνδυασμούς και ανάλογα με τη χρονική και πολιτική συγκυρία, ως τμήμα των προγραμματικών διακηρύξεων των τουρκικών κυβερνήσεων που ακολούθησαν μέχρι το 2006.
Έτσι, η δέκατη κυβέρνηση İnönü (25.12.1963 – 20.2.1965) θα κάνει λόγο στο πρόγραμμά της για το «μονομερές δικαίωμα επέμβασης» που, όπως εκτιμούσε, έδιδε στην Τουρκία η Συμφωνία Εγγύησης, η πρώτη κυβέρνηση Erim (26.3.1971 – 11.12.1971) έκανε λόγο για «τη χρησιμοποίηση κάθε δυνατότητας που έχει στη διάθεσή της για την προστασία των ομογενών και της ασφάλειας της Τουρκίας» και η πρώτη κυβέρνηση Ecevit που πραγματοποίησε την εισβολή (26.1.1974 – 17.11.1974) μιλούσε για ένα «ομοσπονδιακό σύστημα» που αποτελεί «την πιο εύστοχη λύση», μεταξύ άλλων και για «την προστασία του ισότιμου και κυρίαρχου καθεστώτος της τουρκοκυπριακής κοινότητας».
Με την άποψη αυτή συμφωνούσε και η επόμενη κυβέρνηση Irmak (17.11.1974 – 31.3.1975), η οποία πρόσθετε πως η εν λόγω ομοσπονδία πρέπει να στηρίζεται σε «γεωγραφική βάση». Για «διζωνική ομοσπονδία» έκανε λόγο και η δεύτερη κυβέρνηση Ecevit (21.6.1977 – 21.7.1977), ενώ η χουντική κυβέρνηση Ulusu (20.9.1980 – 13.12.1983) πρόσθετε σε αυτόν τον ορισμό και τον όρο «δικοινοτική».
Η κυβέρνηση Demirel (21.11.1991 – 25.6.1993) μιλούσε για τη δημιουργία «ενός ομόσπονδου συνεταιρισμού, στηριζόμενου στην πολιτική ισότητα, όπου θα ζήσουν οι δύο κοινότητες σε δύο διαφορετικά τμήματα» και η τρίτη κυβέρνηση Yılmaz (30.6.1997 – 11.1.1999) επανέφερε με έντονο τρόπο για πρώτη φορά μετά την περίοδο Menderes τη «ζωτική σημασία που έχει η Κύπρος για την ασφάλεια της Τουρκίας, σημασία που έχει ενισχυθεί».
Ουσιαστική ποιοτική μεταβολή συντελέστηκε με το πρόγραμμα της τέταρτης και πέμπτης κυβέρνησης Ecevit (11.1.1999 – 28.5.1999 και 28.5.1999 – 3.11.2002), όταν η λύση της συνομοσπονδίας στην Κύπρο υποστηρίχθηκε ευθαρσώς ως «η πλέον ρεαλιστική οδός», όπως άλλωστε είχε «τονίσει και ο πρόεδρος της Τουρκικής Δημοκρατίας Βορείου Κύπρου αξιότιμος κ. Rauf Denktaş». ‘’Alpkaya, σελ. 164-167’’
Οι δύο διαδοχικές κυβερνήσεις του μετριοπαθούς πολιτικού Ισλάμ που ακολούθησαν, μία σύντομης διάρκειας με πρωθυπουργό τον Abdullah Gül (18.11.2002 – 14.3.2003), κυρίως όμως η δεύτερη με πρωθυπουργό τον Recep Tayyip Erdoğan (14.3.2003 – 22.7.2007), κατάφεραν να ενσωματώσουν στο προταθέν Σχέδιο Ανάν V όλες σχεδόν τις πρόνοιες που εξασφάλιζαν τις πολιτικές, οικονομικές και στρατιωτικές επιδιώξεις της Τουρκίας. ‘’Χαρακτηριστική από αυτήν την άποψη είναι η συμπερίληψη στο Σχέδιο Ανάν V του συνόλου σχεδόν των 11 σημείων που είχε υποβάλει στο Μπούργκενστοκ ο τότε μόνιμος υφυπουργός Uğur Ziyal, βλ. Κ. Βενιζέλος, Μ. Ιγναντίου, Ν. Μελέτης, Σχέδιο Ανάν. Το Μυστικό Παζάρι (Αθήνα: Λιβάνης, 2005), σελ. 357- 375.’’
Κατά τη διάρκειά τους τερματίστηκε και η μακρόχρονη θητεία του Denktaş στην ηγεσία της τουρκοκυπριακής κοινότητας, όχι όμως και η πολιτική γραμμή επί του Κυπριακού που διέπει τη φιλοσοφία τόσο του ιδίου, όσο και ενός σημαντικού – ίσως και καθοριστικού – τμήματος της πολιτικής και στρατιωτικής ελίτ της Τουρκίας.
Ένα απτό όσο και παραγνωρισμένο παράδειγμα της προωθούμενης αυτής πολιτικής, έτσι όπως αντανακλάται στα εκπαιδευτικά εγχειρίδια του υπό κατοχήν τμήματος της Κύπρου, είναι και το «Μάθημα Εθνικής Ασφάλειας», κατ’ αντιστοιχία του μαθήματος που διδάσκεται στα σχολεία της Τουρκίας.
Μάθημα Εθνικής Ασφάλειας: Αντανακλάσεις από την Τουρκία στα κατεχόμενα
Το Μάθημα Εθνικής Ασφάλειας εντάχθηκε στο σχολικό πρόγραμμα της τουρκικής εκπαίδευσης για πρώτη φορά το 1926 ως «Μάθημα των Στρατιωτικών». Το 1979 με απόφαση του υπουργικού συμβουλίου (Νο 8/37 – 28.12.1979) συντάχθηκε ο «Κανονισμός για τη Διδασκαλία των Γνώσεων Εθνικής Ασφάλειας».‘’Milli Güvenlik Bilgisi Öğretimi Yönetmenliği, Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, Νόμος 16888/ 2.2.1980.’’
Στο 1ο του άρθρο καθορίζεται ο στόχος του συγκεκριμένου Κανονισμού, ως εξής:
«α) Η ενδυνάμωση, σύμφωνα με τις επιταγές του ολοκληρωτικού πολέμου, της συνείδησης εθνικής ασφάλειας, η οποία ενυπάρχει εκ φύσεως στο σύνολο της τουρκικής νεολαίας, προκειμένου να προστατευθεί και να εξυψωθεί η Τουρκική Δημοκρατία με μία ολοένα αυξανόμενη δύναμη και ισχύ υπό οιεσδήποτε συνθήκες και έναντι οιασδήποτε επίθεσης, […]