γεγονός ότι η λύση της ανεξαρτησίας δεν άφησε ικανοποιημένη καμμία πλευρά στην Κύπρο. Για αρκετό καιρό στη συλλογική συνείδηση των Ελληνοκυπρίων το όνειρο της Ένωσης με την Ελλάδα παρέμενε ενεργό και ζωντανό, ενώ ο επιδιωκόμενος στόχος της τουρκικής πλευράς, αυτός της διχοτόμησης, εξακολουθούσε να προωθείται από την πολιτικοστρατιωτική τους ελίτ. Ενδεικτικά των προθέσεων της τελευταίας, έτσι όπως αποκρυσταλλώνονται στη γραπτή στοχοθεσία της ηγετικής ομάδας των Τουρκοκυπρίων, είναι τα δύο έγγραφα που βρέθηκαν τον Ιανουάριο του 1964 στο χρηματοκιβώτιο του τότε υπουργού Γεωργίας Fazıl Plumer, μετά τη εγκατάλειψη των υπουργείων από τους Τουρκοκύπριους ως συνέπεια των συγκρούσεων του Δεκεμβρίου 1963.
‘’Για την πιο πρόσφατη σχολιασμένη έκδοση σχετικά με τα εν λόγω δύο έγγραφα, αλλά και τα ίδια σε αγγλική μετάφραση, βλ. Stella Soulioti, Fettered Independence. Cyprus, 1878-1964, 2 vol., (University of Minessota: Minessota Mediterranean and East European Monographs, no 16: 2007), vol. 1 (The Narrative), σελ. 271-275 και vol. 2 (The Documents), σελ. 629-637.’’
Το πρώτο έγγραφο, το οποίο χρονολογείται τον Οκτώβριο/ Νοέμβριο του 1960 είναι ανυπόγραφο και στο πρώτο μόλις σημείο του αναφέρει τα εξής: «Δεχθήκαμε τις Συμφωνίες Ζυρίχης και Λονδίνου ως ‘μεταβατική φάση’ και γι’ αυτό τις υπογράψαμε. Εάν είχε ειπωθεί ότι δεν επρόκειτο για ‘μεταβατική φάση’, αλλά για την ‘τελική λύση’, τότε δεν θα τις είχαμε αποδεχθεί, θα συνεχίζαμε τη διακοινοτική διαμάχη για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα και θα αφήναμε τα Η.Ε. αντιμέτωπα με τη Διχοτόμηση, την οποία εκτιμούσαν ως ‘αδύνατη και ανεφάρμοστη’».
Στη συνέχεια αναφέρεται στο έγγραφο ότι κατά τη διάρκεια της «μεταβατικής φάσης» θα επιδιωκόταν η «διεθνής αναγνώριση των δικαιωμάτων της Τουρκίας», καθώς και η «πλήρης ανεξαρτησία» των Τουρκοκυπρίων, ως αποτέλεσμα «των λαθών και των γκαφών της ελληνικής πλευράς». Οι δύο αυτοί στόχοι περιγράφονται ως «ο τελικός στόχος». ‘’Στο ίδιο, vol. 2 (The Documents), σελ. 627.’’
Εξαιρετικό ενδιαφέρον παρουσιάζει το απόσπασμα του συγκεκριμένου εγγράφου, το οποίο κάνει αναφορά σε «συμφωνίες» που είχαν γίνει τόσο με την ανατραπείσα κυβέρνηση Menderes, όσο και με τους ανατροπείς της, τη διάδοχο δηλαδή πολιτική κατάσταση της χούντας της 27ης Μαρτίου 1960, και μάλιστα προσωπικά με τον επικεφαλής της στρατηγό Cemal Gürsel: «Γι’ αυτό το λόγο, πριν την υπογραφή των Συμφωνιών, ‘‘είχε υπάρξει συμφωνία με την τουρκική κυβέρνηση της εποχής ως προς το ότι οι εν λόγω Συμφωνίες ήταν μία μεταβατική φάση. Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου θα μας χορηγούταν οικονομική και άλλη βοήθεια στον υπέρτατο βαθμό. Συμφωνήθηκε ακόμη ότι θα συνεχίσουμε να επιδιώκουμε το στόχο της ‘ξεχωριστής μας κοινότητας’ ως εθνικό στόχο, προκειμένου να πραγματοποιήσουμε τον τελικό μας σκοπό’’. Σημειώνουμε ακόμη με ικανοποίηση ότι κατά τις πρώτες μας επαφές με τον αξιότιμο αρχηγό του κράτους της Επαναστατικής μας Κυβέρνησης, Gürsel πασά, ‘‘συνήφθη συμφωνία επί των ιδίων αρχών και κατέστη σαφές με τον πιο κατηγορηματικό τρόπο ότι οι Συμφωνίες δεν ήταν τίποτε άλλο παρά μία φάση για μας και για την Τουρκία’’». ‘’Στο ίδιο, vol. 2 (The Documents), σελ. 628.’’
Από το παρατεθέν απόσπασμα συνάγεται ευκρινώς ότι οι υπογράφοντες το συγκεκριμένο έγγραφο, προφανώς ηγετικά στελέχη των Τουρκοκυπρίων και πιθανότατα οι Küçük και Denktaş που υπογράφουν και το δεύτερο έγγραφο, ακολουθούσαν μία συμφωνημένη για το Κυπριακό πολιτική, ανεξαρτήτως του ποια κυβέρνηση και ποια πολιτική κατάσταση επικρατούσε στην Τουρκία.
Έτσι, οι «πολιτικές αρχές» που είχαν συμφωνηθεί με την κυβέρνηση Menderes συνέχισαν να ισχύουν και μετά την ανάληψη της εξουσίας από την «επαναστατική» κυβέρνηση Gürsel. Παρά το γεγονός ότι ο τελευταίος διακήρυσσε πως «πλησιάζουμε στη φάση της τελικής ολοκλήρωσης των Συμφωνιών Ζυρίχης και Λονδίνου που θα επιτρέψουν την προστασία των συμφερόντων και των δικαιωμάτων της κοινότητάς μας στην Κύπρο, καθώς και την εγγύηση του μέλλοντος των Κυπρίων ομογενών μας», ‘’Alpkaya, σελ. 163.’’ στην πραγματικότητα όπως προκύπτει προετοιμαζόταν με προσοχή και αποφασιστικότητα η «φάση της τελικής ολοκλήρωσης» ενός άλλου στόχου, αυτού της διχοτόμησης.
Είναι φανερό, ωστόσο, ότι για να μπορέσει να καταστεί εφικτή και πραγματοποιήσιμη μία τέτοιου είδους συνέχεια στην εφαρμοζόμενη πολιτική πρέπει να υπήρχε θεσμικός φορέας, ο οποίος να έχει εξασφαλισμένη τόσο τη συνέχεια, όσο και την επιρροή του στα πολιτικά πράγματα της Τουρκίας. Την απάντηση για την ταυτότητά του δίνει ένας από τους πρωταγωνιστές της περιόδου, ο συνταγματάρχης του ‘Γραφείου Ειδικού Πολέμου’ İsmail Tansu, ο οποίος αναφέρει με απλότητα και σαφήνεια τα εξής: «Η ίδρυση της κοινής Τουρκοελληνικής Δημοκρατίας στην Κύπρο δεν ανέκοψε την ταχύτητά μας. Όποια κατεύθυνση και αν έπαιρνε η πολιτική επί του Κυπριακού που ακολουθούσε η κυβέρνηση της Τουρκικής Δημοκρατίας, ο δικός μας αμετακίνητος στόχος ήταν να διασώσουμε το νησί της Κύπρου, το οποίο μεταβάλαμε σε Τουρκική Πατρίδα, ανεμίζοντας επ’ αυτού τη σημαία μας για 340 χρόνια. Σε περίπτωση που οι συνθήκες δεν ευνοούσαν κάτι τέτοιο, τουλάχιστον να θεμελιώσουμε την τουρκική κυριαρχία στο μισό της Νήσου και να εξασφαλίσουμε τη δημιουργία ενός ελεύθερου και ανεξάρτητου Τουρκικού Κράτους επί των εδαφών που κατείχαν οι Κύπριοι ομογενείς μας». ‘’Tansu, σελ.244’’
Το σκεπτικό της τουρκικής δράσης αποκρυσταλλώνεται και ολοκληρώνεται στο δεύτερο έγγραφο το οποίο φέρει ημερομηνία 14 Σεπτεμβρίου 1963 και υπογράφεται από τους Fazıl Küçük, αντιπρόεδρο της Κυπριακής Δημοκρατίας και Rauf Denktaş, πρόεδρο της τ/κ κοινοτικής συνέλευσης. Στόχος του εν λόγω εγγράφου είναι να προετοιμαστεί η τ/κ κοινότητα έναντι των διαγραφόμενων εξελίξεων, με βάση τις υπόνοιες ή τις πληροφορίες των συντακτών της ότι ο Πρόεδρος Μακάριος ετοιμαζόταν να τροποποιήσει το Σύνταγμα και να «υποβιβάσει τους Τουρκοκύπριους σε μειονότητα», ‘παραβιάζοντας’ έτσι τις Συμφωνίες Ζυρίχης/ Λονδίνου. ‘’Για το δεύτερο έγγραφο, βλ. Soulioti, Fettered Independence, vol. 2 (The Documents), σελ.633-636’’.
Με την υπόνοια, λοιπόν ενός τέτοιου ενδεχομένου, οι συντάκτες του εγγράφου προτείνουν τη δημιουργία «μιας νέας Κυπριακής Δημοκρατίας, πέραν των Συμφωνιών της Ζυρίχης, σύμφωνα με το αξίωμα ‘όταν παύουν να υφίστανται τα εμπόδια, τότε στρεφόμαστε στο απαγορευμένο’». Όπως επισημαίνεται, μία τέτοια πολιτική στοχοθεσία εξαρτάται από πολλούς «εσωτερικούς και εξωτερικούς παράγοντες», σίγουρα όμως το εκ των ων ουκ άνευ στοιχείο της είναι «η συναίνεση, καθώς και η υλική και ηθική αρωγή της μητέρας πατρίδας», με την οποία οι Τουρκοκύπριοι πρέπει να καταλήξουν σε μία «γραμμή δράσης, βασισμένη σε ένα λεπτομερές σχέδιο». Ενδεικτική των προθέσεων είναι η προφητική αναφορά στο «δικαίωμα επέμβασης της μητέρας πατρίδας, το οποίο πηγάζει από τη Συμφωνία Εγγύησης, σε περίπτωση επίσημης κατάλυσης του Συντάγματος», επέμβαση ωστόσο που «ως μόνο αποτέλεσμα πρέπει να έχει την επιστροφή στο νομικό καθεστώς των Συμφωνιών της Ζυρίχης».
Στη συνέχεια του εγγράφου σκιαγραφούνται στις βασικές τους γραμμές τα βήματα που θα πρέπει να κάνει η τουρκοκυπριακή κοινότητα είτε στην περίπτωση που οι Ελληνοκύπριοι επιχειρήσουν να καταλύσουν επισήμως το Σύνταγμα, είτε στην περίπτωση που «συνεχίσουν να διατηρούν την υφιστάμενη κατάσταση, δηλαδή την de facto τροποποίησή του».
Κοινό χαρακτηριστικό και των δύο περιπτώσεων είναι η επιδίωξη να δημιουργηθεί «μία ξεχωριστή Τουρκική Δημοκρατία», να διχοτομηθεί δηλαδή το νησί σε δύο περιοχές, στην μία εκ των οποίων οι Τουρκοκύπριοι θα έχουν το πλήρη θεσμικό, πολιτικό και οικονομικό – με τη βοήθεια της μητέρας πατρίδας – έλεγχο. Η διαφορά μεταξύ των δύο είναι ότι στην περίπτωση που οι Ελληνοκύπριοι κινηθούν μόνοι τους προς την κατεύθυνση της τροποποίησης του Συντάγματος, διευκολύνεται η επέμβαση της Τουρκίας, η αποκοπή των τουρκοκυπριακών θεσμικών οργάνων και η μεταφορά τους στην περιοχή που σχεδιάζεται να αποσχισθεί, ενώ στη περίπτωση μιας ελληνοκυπριακής αδράνειας, προκρίνεται η τακτική της «πολιτικής ανυπακοής» των Τουρκοκυπρίων, ούτως ώστε μετά την «οικονομική, στρατιωτική και ηθική προετοιμασία» της κοινότητάς τους να εκμεταλλευθούν μία συνταγματική κρίση που θα προκαλέσουν οι Ελληνοκύπριοι. Το πόσο καλά «διαβασμένοι», μάλιστα, είναι οι συντάκτες του εγγράφου, καθίσταται φανερό από την αμέσως επόμενη πρόταση: «Μέχρι τώρα οι Ελληνοκύπριοι μας έχουν δώσει πολλές ευκαιρίες στο εν λόγω θέμα και είναι φανερό πως θα μας δώσουν κι άλλες εξαιτίας της συμπεριφοράς τους». ‘’Στο ίδιο, vol. 2 (The Documents), σελ. 635-636.’’
Τα δύο εναλλακτικά σχέδια που ενδεικτικά περιγράφονται στο τουρκοκυπριακό έγγραφο δίδουν ιδιαίτερη βαρύτητα στην οικονομική προετοιμασία, ωρίμανση και αυτοδυναμία της τουρκοκυπριακής κοινότητας. Ενδιαφέρον, όμως, παρουσιάζει και η πτυχή της πληθυσμιακής και γεωγραφικής ανακατανομής της, προκειμένου να καταστεί βιώσιμη η σχεδιαζόμενη να αποσχισθεί περιοχή της νήσου: «Όταν ξεκινήσει ο αγώνας, η τουρκική κοινότητα που είναι διασπαρμένη σε ολόκληρο το νησί, θα συγκεντρωθεί με το ζόρι σε μία περιοχή, την οποία θα αναγκαστεί να υπερασπισθεί. Η επιλογή της περιοχής θα γίνει βάσει στρατηγικού σχεδίου, το οποίο θα εκπονηθεί από ειδικούς. Πριν την έναρξη του αγώνα είναι αναγκαίο να εκπονηθούν λεπτομερή σχέδια προκειμένου να αυξηθεί η δυνατότητα επιστράτευσης της τουρκικής κοινότητας, αλλά και σχετικά με τον εξοπλισμό, τα αποθέματα, καθώς και την αποστολή προμηθειών και ενισχύσεων από την ηπειρωτική χώρα». ‘’ Στο ίδιο, vol. 2 (The Documents), σελ. 635. Τα δύο τουρκικά έγγραφα υπάρχουν μεταφρασμένα και δημοσιευμένα τουλάχιστον μία φορά στην τουρκική βιβλιογραφία, βλ. Ahmet An, «Türk Mukavemet Teşkilâtı’nın», σελ. 52-55. Η μετάφραση, όπως αναφέρει ο Τούρκος συγγραφέας έγινε από την αγγλική έκδοση του βιβλίου του Γλαύκου Κληρίδη «Η Κατάθεσή μου», στην οποία συμπεριλαμβάνονται και φωτοτυπίες του πρωτοτύπου των δύο εγγράφων. Μάλιστα, ο An τιτλοφορεί τη μετάφρασή τους «Το ‘Σχέδιο Μεταβατικής Φάσης’ της Διχοτομικής Τουρκοκυπριακής Ηγεσίας από τα ‘Απομνημονεύματα’ που δεν Εξέδωσε ο Rauf Raif Denktaş».’’
Και τα δύο προαναφερθέντα έγγραφα φέρουν έντονα τη σφραγίδα της λογικής Denktaş, παρά το γεγονός ότι μόνο το δεύτερο φέρει την υπογραφή τόσο του ιδίου, όσο και του παραδοσιακού ηγέτη των Τουρκοκυπρίων, Fazıl Küçük. Πράγματι, το δίδυμο αυτό καθόρισε σε μεγάλο βαθμό τη συλλογική πορεία των Τουρκοκυπρίων, καθώς και την πολιτική κατεύθυνση των εσωτερικών τους υποθέσεων. Είναι, ίσως, περιττό να αναφερθεί ότι και οι δύο τύγχαναν της άμεσης υποστήριξης της Άγκυρας. Επιπλέον αποδείξεις τόσο για του λόγου το αληθές, όσο και για τις συγκυριακές διακυμάνσεις των συγκεκριμένων επιλογών της πολιτικής και στρατιωτικής ελίτ της Τουρκίας, δίδει ένα περιστατικό από μία πρόσφατη μαρτυρία, αυτή του ήδη αναφερθέντος Kemal Yamak, ο οποίος υπηρέτησε ως συνταγματάρχης του «Γραφείου Ειδικού