πολύτιμο στοιχείο που θα μπορούσε να της χρησιμεύσει ως σύμμαχος εναντίον του διαγραφόμενου «κινδύνου», δηλαδή του αιτήματος για Ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα. Το στοιχείο αυτό δεν ήταν άλλο από το γηγενή μουσουλμανικό πληθυσμό της Κύπρου.
‘’Ήδη το 1949, στο πλαίσιο της πολιτικής του «διαίρει και βασίλευσε», η βρετανική αποικιοκρατία προσπαθούσε να εκσυγχρονίσει τους Μουσουλμάνους του νησιού, μετατρέποντάς τους σε Τουρκοκύπριους: Όπως αναφέρει η τ/κ εφημερίδα «Halkın Sesi» της 8ης Ιουνίου 1949, ο αναπληρωτής Κυβερνήτης R.E. Turnbull σε σχετική του εγκύκλιο δίδει οδηγίες να αντικατασταθεί η έκφραση «Μουσουλμάνοι της Κύπρου» που μέχρι τότε χρησιμοποιούσε η βρετανική διοίκηση με τη φράση «Τουρκοκύπριοι», βλ. Ahmet An, Dinsel Toplumdan Ulusal Topluma Geçiş Süreci ve Kıbrıs Türk Liderliğinin Oluşması (1900-1942) (Η Διαδικασία Μετάβασης από τη Θρησκευτική Κοινότητα στην Εθνική Κοινωνία και η Συγκρότηση της Τουρκοκυπριακής Ηγεσίας, 1900-1942) (Lefkoşa: Galeri Kültür Yayınları, 1997), σελ. 252, παράθεση και σε Hasgüler, σελ. 23.’’
Στο πλαίσιο αυτό, οι Βρετανοί αρχίζουν να συνεργάζονται με τους «νέους Τουρκοκύπριους διανοούμενους», οι οποίοι προσπαθούσαν ήδη από τη δεκαετία του 1920 να μετατρέψουν την παραδοσιακή μουσουλμανική κοινότητα της νήσου σε τουρκική κοινωνία με έντονα εθνοτικά χαρακτηριστικά και κεμαλική πολιτική και κοινωνική κουλτούρα.
Η μεγάλη πλειοψηφία των τελευταίων πίστευαν ότι ο μόνος τρόπος να υπάρξει ανάσχεση του αιτήματος για «Ένωση» ήταν να εμπλακεί άμεσα στην υπόθεση η Τουρκία. Μάλιστα, μία σημαντική μερίδα των «διανοουμένων» αυτών συνδέθηκε άμεσα με το ρεύμα των ακροδεξιών και φιλοναζιστών «Παντουρανιστών», οι οποίοι αναζητούσαν μία νέα νομιμοποίηση μετά τις καταδικαστικές αποφάσεις εναντίον τους στις περίφημες δίκες του 1944 στην Τουρκία.
‘’Niyazi Kızılyürek, «Rauf Denktaş ve Kıbrıs Türk Milliyetçiliği» (Ο Ραούφ Ντενκτάς και ο Τουρκοκυπριακός Εθνικισμός), στο Tanıl Bora (ed.),Modern Türkiye’de Siyasî Düşünce – Milliyetçilik (Η Πολιτική Σκέψη στη Σύγχρονη Τουρκία – Εθνικισμός), (İstanbul: İletişim, 20032), σελ. 334-344. Για τις δίκες του 1944, βλ. ενδεικτικά την κλασική πλέον μελέτη του Jacob M. Landau, Pan-Turkism in Turkey. A Study in Irredentism (London: C. Hurst & Company, 1981).’’
Υπό την πίεση της αρθρογραφίας που άρχισε να εκδηλώνεται γύρω από το Κυπριακό ζήτημα, ιδιαίτερα στις εφημερίδες Hürriyet, Tasvir και Vatan, η τουρκική κυβέρνηση αναγκάστηκε να τοποθετηθεί δημόσια, προκειμένου να μην επηρεάζονται τα αισθήματα της κοινής γνώμης – και κατά συνέπεια να διαταράσσεται η επίσημη κρατική πολιτική – έναντι της Βρετανίας και της Ελλάδας. Έτσι, στις 23 Ιανουαρίου 1950, ο τότε Τούρκος ΥΠΕΞ, Necmettin Sadak, δήλωνε τα εξής σε συνέντευξή του: «Δεν τίθεται ζήτημα που να ονομάζεται Κυπριακό…Η βρετανική κυβέρνηση δεν πρόκειται να εγκαταλείψει [sic] την νήσο Κύπρο σε κάποιο άλλο κράτος. Ούτως εχόντων των πραγμάτων, ματαίως αναστατώνονται οι νέοι μας και αναιτίως κουράζονται».
Ακολούθησε και δεύτερη ανάλογου περιεχομένου δήλωση του Sadak το Μάρτιο του 1950, ενώ ο νέος υπουργός Εξωτερικών της Τουρκίας, ο εκλεγείς με το Δημοκρατικό Κόμμα του Adnan Menderes, καθηγητής Ali Fuad Köprülü, επαναλάμβανε στις 20 Ιουνίου 1950 ότι δεν υφίσταται ζήτημα Κυπριακού.
‘’Fahir Armaoğlu, Kıbrıs Meselesi 1954-1959: Türk Hükümeti ve Kamuoyunun Davranışları (Το Κυπριακό Ζήτημα, 1954-1959: Η Τουρκική Κυβέρνηση και οι Συμπεριφορές της Κοινής Γνώμης) (Ankara: AÜSBF Yayınları, 1963), σελ. 19-20 και 25, παράθεση στο Melek M. Fırat, «Türkiye’nin Kıbrıs Politikaları (1945-1960)» (Οι Πολιτικές της Τουρκίας για την Κύπρο, 1945-1960), Toplumsal Tarih, τευχ. 81 (Σεπτέμβριος 2000), σελ. 22-27.’’
Τηρώντας την ίδια φιλοβρετανική γραμμή, αλλά εγγύτερα στις προεκτεθείσες θέσεις του καθηγητή Erim ήταν η τοποθέτηση του εκπροσώπου της Τουρκίας στον Ο.Η.Ε., κατά τη συζήτηση της ελληνικής προσφυγής το 1954: Ο Selim Sarper παραδεχόταν μεν ότι μετά την υπογραφή της Συνθήκης της Λωζάννης η Κύπρος αποτελούσε «εσωτερική υπόθεση» της Βρετανίας, επεσήμαινε ωστόσο παράλληλα ότι το νησί αποτελούσε «προέκταση της Μικράς Ασίας» εξ απόψεως «γεωγραφικής, ιστορικής, οικονομικής και εθνοτικής», ότι ουδέποτε αποτέλεσε ιστορικά τμήμα της ελληνικής επικράτειας, καθώς και ότι η αριθμητική πλειοψηφία των Ελληνοκυπρίων δεν συνιστά επαρκή αιτία για τη μεταβολή του καθεστώτος της νήσου.
‘’Fırat, Στο ίδιο, και Melek M. Fırat, «Yunanistan’la İlişkiler» (Οι Σχέσεις με την Ελλάδα), στο Baskın Oran (ed.), Türk Dış Politikası. Kurtuluş Savaşından Bugüne Olgular, Belgeler, Yorumlar (Τουρκική Εξωτερική Πολιτική. Από τον Απελευθερωτικό Πόλεμο στο Σήμερα, Γεγονότα, Έγγραφα, Σχόλια), τόμος Ι (1919-1980), (İstanbul: İletişim Yayınları, 2001), σελ. 576-614.’’
Τα ίδια επιχειρήματα περί εγγύτητας της Κύπρου στη Μικρά Ασία πρόβαλε και ο Τούρκος ΥΠΕΞ Fatin Rüştü Zorlu στην περίφημη τριμερή διάσκεψη του Λονδίνου τον Σεπτέμβριο του 1955 που τόσο έντεχνα είχαν ενορχηστρώσει οι Βρετανοί. Μάλιστα, ο Zorlu ανέλυσε τους «στρατηγικούς λόγους ασφαλείας» για την Τουρκία τους οποίους επικαλέστηκε, αναφέροντας ότι σε περίπτωση πολέμου η Κύπρος ελέγχει τις νότιες θαλάσσιες οδούς ανεφοδιασμού της Ανατολίας και – κατά συνέπεια – η Άγκυρα δεν μπορεί να αποδεχθεί να ελέγχει και την Κύπρο η ίδια δύναμη που ελέγχει τις νήσους «που περικυκλώνουν Τουρκία από δυτικά». Ο Τούρκος ΥΠΕΞ κατέληξε στο σκεπτικό της επιχειρηματολογίας του λέγοντας ότι, για όλους τους προεκτεθέντες λόγους, η νήσος έπρεπε να παραμείνει υπό την κυριαρχία της Βρετανίας, ειδάλλως να «επιστραφεί στον παλαιό της ιδιοκτήτη».
‘’Fırat, «Türkiye’nin Kıbrıs Politikaları», σελ. 24-25 και Fırat, «Yunanistan’la İlişkiler», σελ. 601-602. Χαρακτηριστικός είναι ο υποβολιμαίος ρόλος των Βρετανών λίγο πριν τη συγκεκριμένη διάσκεψη. Όπως αναφέρει η Güven, παραθέτοντας τα σχετικά αποσπάσματα από το βιβλίο του Holland, όταν οι Βρετανοί έμαθαν πώς υπήρξαν ορισμένες συζητήσεις μεταξύ Ελλήνων και Τούρκων, με τον ΥΠΕΞ των πρώτων να δεσμεύεται πως η Ελλάδα θα παράσχει μειονοτικά δικαιώματα στους Τουρκοκύπριους, κάτι που ερμηνεύτηκε από τους Βρετανούς ως απόπειρα συνεννόησης, ο Macmillan αντέδρασε, λέγοντας πως «όσο πιο σκληρά προβάλλουν οι Τούρκοι τις θέσεις τους πριν τη διάσκεψη, τόσο το καλύτερο και για μας και γι’ αυτούς», βλ. Dilek Güven, Cumhuriyet Dönemi Azınlık Politikaları Bağlamında 6-7 Eylül Olalyları (Τα Σεπτεμβριανά στο πλαίσιο των Πολιτικών για τις Μειονότητες κατά τη Δημοκρατική Περίοδο) (İstanbul: Tarih Vakfı Yurt Yayınları, 2005), σελ. 162. Η παραπομπή της είναι από το Robert Holland, Britain An the Revolt in Cyprus 1955-1959 (Oxford: Oxford University Press, 1998), σελ. 69.’’
Η ομοιότητα των επιχειρημάτων των Sarper και Zorlu με αυτά του Erim ενάμιση χρόνο αργότερα απηχεί την εξέλιξη της διαμόρφωσης της τουρκικής επιχειρηματολογίας, ταυτόχρονα όμως και της σταδιακής μεγιστοποίησης των διεκδικήσεων επί της Κύπρου, σε μία πορεία συνεχούς κλιμάκωσης. Οι «αμυντικοί», «στρατηγικοί» λόγοι τονίζονται συνεχώς και αδιαλείπτως, προκειμένου να καταδειχθεί η «βασιμότητα» των τουρκικών θέσεων.
‘’Επιβεβαίωση της τακτικής αυτής της τουρκικής πλευράς να μεγιστοποιεί τις διεκδικήσεις, αλλά και τα κέρδη της κατά τη διάρκεια των κατά καιρούς διαπραγματεύσεων με την ελληνική, δίδει το 2005 ο πρώην «πρέσβης» της Τουρκίας στην Κύπρο, Asaf İnhan: «Παρατηρείται ότι αξιότιμος κ. Denktaş, σε κάθε φάση των διμερών ή πολυμερών διαπραγματεύσεων που από το 1964 ξανάρχιζαν κατά διαστήματα, κατόρθωνε να μεγιστοποιήσει ένα πολιτικό ή νομικό κέρδος, στην κατεύθυνση των επιθυμιών της τουρκικής πλευράς. Μπορεί να υποστηριχθεί ότι το σημείο που φθάσαμε στην αναζήτηση λύσης του Κυπριακού από τον Γ.Γ. του Ο.Η.Ε. στο πλαίσιο της έννοιας του ‘‘ιδρυτικού κράτους’’, αποτελεί μία νέα προωθημένη γραμμή για την τουρκική πλευρά», βλ. Gül İnanç, Büyükelçiler Anlatıyor. Türk Diplomasisinde Kıbrıs (1970-1991) (Οι Πρέσβεις Αφηγούνται. Η Κύπρος