Καλωσορισες! Κανε Συνδεση ή Εγγραφη
CHAT ROOM | INSTANT MESSENGER | BOOKMARK
| ΓΛΩΣΣΑ:
 
BLOGS   ΓΡΑΨΕ ΝΕΟ BLOG   ΕΠΕΞΕΡΓΑΣΙΑ BLOGS  
 
RSS

10
Sep/2008

Το Νησί αυτό είναι για μας σημαντικό!!! 2
απο coules

‘’Στο ίδιο, σελ. 28. Το επιχείρημα αυτό επαναλαμβάνεται και σήμερα από τις πολιτικές ελίτ της Τουρκίας, ανεξαρτήτως κομματικών αποκλίσεων, επικεντρωμένο αυτή τη φορά στις σχέσεις Τουρκίας-Ε.Ε.: «Είναι δυνατόν να θυσιάζονται τα συμφέροντα 70 εκατομμυρίων Τούρκων χάριν των 700 χιλιάδων Ρωμιών της Κύπρου;». Η υφέρπουσα λογική παραμένει αμετάβλητη: Η «μικρή» (küçücük) Κυπριακή Δημοκρατία δεν είναι δυνατόν να ασκεί ανεξάρτητη πολιτική, πολλώ δε μάλλον να τολμά να εναντιώνεται στη «μεγάλη» (kocaman) Τουρκία. Παρόμοια άποψη εκφράζει σε συνέντευξή του και ο Τούρκος πρέσβης στη Ρώμη, Uğur Ziyal, όταν λέει πως «η Κύπρος ως ανεξάρτητη δημοκρατία γεννήθηκε από μια συμφωνία Ελλήνων και Τούρκων. Υπήρξε ανέκαθεν μια χώρα με περιορισμένη κυριαρχία.», βλ. συνέντευξή του στην ειδική ηλεκτρονική έκδοση επί θεμάτων διπλωματίας του ιταλικού πρακτορείου Il Velino, 16.11.2006.’’

 

 

Σε συμπληρωματικό υπόμνημα που υποβάλλει τέσσερις ημέρες αργότερα, ο Erim εισηγείται ορισμένα «μέτρα ασφαλείας που επιφυλάσσει το μέλλον για την Τουρκία κατά την εφαρμογή της αυτοκυβέρνησης του σχεδίου Radcliffe». Στο δεύτερο από αυτά προτείνει «να αναγνωρισθεί το δικαίωμα της Τουρκίας  να εγκατασταθούν τουρκικές φρουρές σε στρατηγικής σημασίας σημεία της Νήσου». ‘’Στο ίδιο, σελ. 54’’.

 

Όπως καθίσταται φανερό από τα ανωτέρω, η λογική που πρυτανεύει κατά τη χάραξη της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής σε σχέση με την Κύπρο στα τέλη του 1956 παραπέμπει ευθέως στον στρατιωτικό και γεωστρατηγικό σχεδιασμό της χώρας. Τα κριτήρια που υιοθετούνται είναι καθαρά στρατιωτικά και η υιοθετούμενη ρητορεία παραπέμπει στις ανησυχίες για το μέλλον της ασφάλειας της Τουρκίας. Στον καλόπιστο παρατηρητή, όμως, οι τουρκικές αυτές «ανησυχίες» φαντάζουν τουλάχιστον περίεργες με βάση τα τότε δεδομένα: Τόσο η Τουρκία, όσο και η Ελλάδα είναι χώρες-μέλη του ΝΑΤΟ από το 1952, με κυβερνήσεις σταθερά προσανατολισμένες στη δυτική συμμαχία, ενώ το νησί βρίσκεται υπό βρετανική κυριαρχία. Στο μέτρο που είναι ειλικρινείς οι αναφορές του Erim στην «ασφάλεια της Τουρκίας και στη λειτουργία του ΝΑΤΟ», δικαιούται κάποιος να απορήσει από ποιον κινδυνεύει.

 

Την απάντηση θα δώσει ο ίδιος ο Erim δεκαπέντε χρόνια αργότερα, κατά τη διάρκεια της πρωθυπουργίας του, αξίωμα που του προτάθηκε και έλαβε από τους Τούρκους πραξικοπηματίες στρατηγούς της 12ης Μαρτίου 1971. Το περιστατικό αφηγείται ο απόστρατος στρατηγός Kemal Yamak, στo σχετικά πρόσφατο και εν είδει πολιτικής παρέμβασης στα τουρκικά πράγματα βιβλίο του. ‘’Kemal Yamak, Gölgede Kalan İzler ve Gölgeleşen Bizler (Ίχνη που Μείναν στη Σκιά, κι Εμείς που Γίναμε Σκιές) (İstanbul: Doğan Kitap, 2006). Ο Kemal Yamak υπήρξε επιτελής αξιωματικός (συνταγματάρχης) του διαβόητου «Γραφείου Ειδικού Πολέμου» στην Κύπρο την περίοδο 1966-1968, επικεφαλής της ίδιας διεύθυνσης ως ταξίαρχος και διοικητής των κατοχικών δυνάμεων της Κύπρου ως στρατηγός, βαθμός με τον οποίο τοποθετήθηκε επικεφαλής της «στρατιάς του Αιγαίου», καθώς και επικεφαλής του τουρκικού Στρατού Ξηράς’’.  Κατά τη διάρκεια μιας ενημέρωσης για το Κυπριακό στο τουρκικό Γενικό Επιτελείο, η οποία έγινε από τον Yamak, ο πρωθυπουργός Erim προέβη στην ακόλουθη παρέμβαση: «Το Κυπριακό δεν είναι, όπως ισχυρίζονται πολλοί, πρόβλημα των Κυπρίων, αλλά περισσότερο πρόβλημα της Τουρκίας. Αποτελεί ένα κοινό και πολύ σημαντικό πρόβλημα Τούρκων και Τουρκοκυπρίων, ένα πρόβλημα ασφάλειας και άμυνας […] Όπως καταδείχθηκε και στην παρουσίαση, δεν μπορεί να επιτραπεί η ύπαρξη και η μετεξέλιξη μιας απειλής, της οποίας ο αντίχειρας ακουμπά στον Έβρο, τα δάχτυλά της εκτείνονται στα νησιά του Αιγαίου, ο καρπός της εγκαταστάθηκε στην Κρήτη και στη Ρόδο, [απειλή] η οποία έθεσε ως στόχο την πολιτική της περικύκλωσης της Μικράς Ασίας από νότια και δυτικά, καθώς και την απομόνωσή της από τη Μεσόγειο, και η οποία τεντώνει τώρα το δείκτη της στην Κύπρο, ως εάν να ήθελε να σφίξει το λαρύγγι του τουρκικού έθνους…». ‘’Yamak, σελ. 264-265.’’

  

Το ανωτέρω απόσπασμα καταδεικνύει με απλό αλλά εύγλωττο τρόπο ένα μείζον στερεοτυπικό χαρακτηριστικό της τουρκικής πολιτικής και στρατιωτικής σκέψης: Την αντίληψη περί «απειλής» που συνιστά η Ελλάδα για την Τουρκία, έτσι όπως γίνεται αντιληπτή από ένα μεγάλο μέρος των πολιτικών και στρατιωτικών ελίτ της γείτονος. Η θεωρία περί «περικύκλωσης» της Τουρκίας από τα νησιά του Ανατολικού Αιγαίου που «δόθηκαν» στην Ελλάδα και περί «απομόνωσης» της Ανατολίας που δήθεν θέτει ως πολιτικό της στόχο η Ελλάδα, επαναλαμβάνονται διαρκώς από το 1956 μέχρι σήμερα. Στο πλαίσιο αυτό, ο αγώνας των Κυπρίων για Ένωση με την Ελλάδα εκλαμβάνεται ως «ένας ακόμη κρίκος στην αλυσίδα της περικύκλωσης», μία ακόμη περαιτέρω φάση στην πορεία της «απομόνωσης της Τουρκίας». Αυτή, λοιπόν, είναι και η απάντηση στο ερώτημα που διατυπώθηκε πιο πάνω: Η αντίληψη ότι «απειλή» για την Τουρκία συνιστά η Ελλάδα με την «επεκτατική της πολιτική». ‘’Για την ακόμη ισχύουσα αυτή στερεοτυπική αντιμετώπιση της «Ελλάδας που ιστορικώς επεκτείνεται εις βάρος της Τουρκίας», βλ. Γεώργιος Αγγελετόπουλος, «Νεώτερη Ελληνική Ιστορία και Τουρκική Ιστοριογραφία», στο Γ. Καραμπελιάς – Γ. Αγγελετόπουλος – Ε. Φουρνατζοπούλου, Θέματα Τουρκίας (Αθήνα: Γόρδιος, 1999), σελ. 195-263’’.

 

Ο ίδιος ο Erim προσθέτει κατόπιν και τα εξής, προς επίρρωση της λογικής του: «Το παράδειγμα της Κρήτης διερευνήθηκε και αναλύθηκε πολύ καλά [σ.σ., στην παρουσίαση του Yamak που προηγήθηκε] και τα γεγονότα τοποθετήθηκαν εύστοχα το ένα δίπλα στο άλλο. Το τουρκικό έθνος δεν μπορεί να χωνέψει μία νέα Κρήτη. Υπάρχουν διδάγματα που πρέπει να αντληθούν. Όπως αναφέρθηκε, δεν πήραν οι Έλληνες την Κρήτη, τους την έδωσε η Ευρώπη. Τα νησιά του Αιγαίου, τα Δωδεκάνησα, τη Ρόδο, τους τα ‘δωσε η Ευρώπη. Αυτή έβαλε τους Έλληνες να επιτεθούν εναντίον της Μικράς Ασίας».

 

‘’Yamak, σελ. 265. Ιδιαίτερη «αδυναμία» στο παράδειγμα της Κρήτης έχει επιδείξει στις κατά καιρούς ομιλίες και δημόσιες τοποθετήσεις του και ο Rauf Denktaş. Το 2004, μάλιστα, εξέδωσε και σχετικό βιβλίο, βλ. Rauf Denktaş, Kıbrıs Girit Olmasın (Να μη Γίνει η Κύπρος Κρήτη) (İstanbul: Remzi Kitabevi, 2004).’’

 

Για να γίνει κατορθωτή, ωστόσο, η αποτροπή της Ένωσης και η «ανάκτηση» [1] της Κύπρου, έπρεπε να προβληθούν και μία σειρά νομικών και πολιτικών επιχειρημάτων τα οποία να πείθουν ένα ευνοϊκά διακείμενο διεθνές ακροατήριο από τη μια, αλλά και να μπορούν να χρησιμεύσουν ως αιτιολόγηση των τουρκικών θέσεων σε μία διαδικασία διαπραγματεύσεων από την άλλη. Αυτό ακριβώς το καθήκον αναλαμβάνει ο Erim. Στην πρώτη του έκθεση καταδεικνύει με σαφήνεια ότι η τουρκική πλευρά θα βρεθεί σε μειονεκτική θέση εάν στηρίξει την επιχειρηματολογία της στη συνθήκη της Λωζάννης.

 

Αντ’ αυτού, προτείνει την ανάδειξη των εξής σημείων:

 

α) Η διεκδίκηση της «απόδοσης» της Κύπρου στην Τουρκία δεν στηρίζεται σε νομικά, αλλά σε πολιτικά αίτια. Προκειμένου να μη «δηλητηριάζονται» οι σχέσεις μεταξύ Ελλάδας-Τουρκίας και Βρετανίας, μετά από μία ενδεχόμενη παραχώρηση αυτοδιοίκησης από πλευράς της τελευταίας στο νησί, την καλύτερη «διευθέτηση» αποτελεί η «μέση λύση της διχοτόμησης»,  ‘’ Erim, σελ. 22. Ο Τούρκος καθηγητής προσθέτει στην έκθεσή του πως η ιδέα της διχοτόμησης «έχει συζητηθεί και μελετηθεί σε ορισμένες μυστικές, επίσημες και ανεπίσημες, διαπραγματεύσεις μεταξύ Τουρκίας, Ελλάδας, Βρετανίας και Η.Π.Α.»’’.

 

β) στην Κύπρο διαβιούν «δύο διαφορετικές κοινότητες, δύο διαφορετικές ολότητες, δύο οντότητες», η κάθε μία από τις οποίες έχει το δικαίωμα της αυτοδιάθεσης. Το μέλλον των δύο «οντοτήτων», των δύο «λαών» – ανεξαρτησία, ένωση με τη μητέρα-πατρίδα, συνέχιση της βρετανικής διοίκησης, ή κάτι άλλο – θα αποφασισθεί κατόπιν δημοψηφίσματος σε κάθε μία από αυτές,

 

γ) η αρχή της αυτοδιάθεσης θα εφαρμοστεί με τη μετακίνηση…ελληνικών πληθυσμών, έτσι ώστε να υπάγονται στη διακυβέρνηση της αρεσκείας τους. Η εν λόγω μετακίνηση δεν συνιστά «άσκοπη ταλαιπωρία», αλλά θα βοηθήσει να μην καταπατηθούν τα δικαιώματα της τουρκικής κοινότητας που «σήμερα» είναι μειοψηφική, θα διασφαλιστεί η ασφάλεια της Τουρκίας και θα αποφευχθεί μία μελλοντική κρίση,

 

δ) η Τουρκία θα πρέπει να καθορίσει την προσφορότερη γι’ αυτήν μορφή διχοτόμησης, λαμβάνοντας υπ’ όψιν τα οικονομικά και στρατιωτικά της συμφέροντα, καθώς και τα συμφέροντα των Τουρκοκυπρίων.

 

Μάλιστα, όπως χαρακτηριστικά αναφέρει, «στην ασφάλεια της περιοχής που θα παραχωρηθεί στους Ρωμιούς της Κύπρου θα πρέπει να συμμετάσχει και η Τουρκία, διότι το θέμα σχετίζεται με την ασφάλειά της, καθώς και της Μέσης Ανατολής. Η Ελλάδα δεν δύναται να ζητήσει το ίδιο δικαίωμα για την τουρκική περιοχή, διότι το νησί απέχει από τη Μικρά Ασία 45 μίλια, ενώ από τον Πειραιά 600», και

 

ε) πρέπει να επιδιωχθεί η ελεύθερη μετάβαση Τούρκων από το εξωτερικό στην Κύπρο. Υπό την προϋπόθεση ότι «θα λάβουμε τα μέτρα μας», το σύνολο του τουρκικού πληθυσμού μπορεί να αυξηθεί στο ποσοστό που ανερχόταν επί οσμανοκρατίας:

 

«Τότε, δεν θα ανησυχούμε για [την έκβαση] του δημοψηφίσματος που θα γίνει είτε για τον καθορισμό της τύχης του συνόλου της νήσου, είτε της διχοτόμησης». ‘’Erim, σελ. 22-26.’’

 

Διαβάζοντας κάποιος εκ των υστέρων, και μάλιστα με τη χρονική απόσταση των πενήντα δύο χρόνων, τα όσα εξέθετε και ανέλυε τότε ο καθηγητής Erim, δεν μπορεί παρά να μείνει έκπληκτος από την προφητική σχεδόν ακρίβεια με την οποία επαληθεύονται οι σχεδιασμοί του.

Το Νησί αυτό είναι για μας σημαντικό!!!   3

Πράγματι, εν έτη 2008, η τουρκική εξωτερική πολιτική για την Κύπρο έχει κατορθώσει να επιβάλλει de facto την «πολιτικά λογική» «μέση γραμμή» της διαίρεσης, επιδιώκει τη με κάθε μέσο διεθνή αποδοχή της «ξεχωριστής οντότητας» του «Τουρκοκυπριακού λαού» (ήδη με το δημοψήφισμα για το Σχέδιο Ανάν οι Τουρκοκύπριοι έχουν ασκήσει ένα ‘ξεχωριστό δικαίωμα’), η επικληθείσα τότε αναλογική «αρχή της αυτοδιάθεσης» έχει οδηγήσει στην κατ’ ευφημισμό «μετακίνηση» του 1/3 του ελληνοκυπριακού πληθυσμού από το βόρειο τμήμα του υπό κατοχή νησιού, προς…εξυπηρέτηση των «δικαιωμάτων» των Τουρκοκυπρίων, η Τουρκία έχει καθορίσει μονομερώς και με βάση τα στρατηγικά της συμφέροντα τη γραμμή της «διχοτόμησης», διεκδικώντας μέχρις εσχάτων τον έλεγχο και του υπολοίπου τμήματος της Κύπρου, ενώ αλλοιώνει διαρκώς και συστηματικώς τα δημογραφικά δεδομένα του νησιού, μεταφέροντας ετερόκλητους πληθυσμούς από την ηπειρωτική Τουρκία.

 

Κρινόμενη εκ του αποτελέσματος, πρόκειται αναμφίβολα για εντυπωσιακή στρατιωτική και διπλωματική επιτυχία, αν ληφθεί υπ’ όψιν το γεγονός ότι η χώρα αυτή ξεκίνησε την πορεία της στο Κυπριακό από τα δεδομένα της Συνθήκης της Λωζάννης με την καθολική παραίτησή της από κάθε δικαίωμα επί της Κύπρου, αλλά και την κατ’ επανάληψη διακηρυγμένη θέση ότι «δεν υφίσταται Κυπριακό ζήτημα», για να καταλήξει στην διατήρηση υπό στρατιωτική κατοχή του 37% της Κύπρου επί τριάντα τέσσερα χρόνια και στην διεκδίκηση του θεσμοθετημένου πολιτικού ελέγχου επί του συνόλου της.

 

Οι εξελισσόμενες πολιτικές και οι οργανωτικές προϋποθέσεις της διχοτόμησης.

 

Πώς όμως επετεύχθη το αποτέλεσμα αυτό; Ακολούθησε η τουρκική εξωτερική πολιτική μία ευθύγραμμη πορεία, έτσι όπως λεπτομερώς και επακριβώς την περιέγραψε ο καθηγητής Erim, ή υπήρξαν ταλαντεύσεις και ασυνέχειες; Κι αν υπήρξαν, τι διάσταση είχαν και ποιοι οι πρωταγωνιστές των πολιτικών αυτών ταλαντεύσεων;

 

Όπως είναι γνωστό στους μελετητές του Κυπριακού, η αφετηριακή θέση της Τουρκίας, στις αρχές της δεκαετίας του 1950, δεν ήταν η ίδια με αυτή που διαμορφώθηκε περί τα μέσα της. Ήδη από τα τέλη της δεκαετίας του 1940 η βρετανική αποικιακή διοίκηση ανακάλυψε ένα



‘’Ο συγκεκριμένος όρος παραπέμπει στο σχέδιο που καθ’ ομολογία του εκπόνησε το πρώτο πεντάμηνο του 1958 ο τότε ταγματάρχης

Bookmark:



09/18/2008 21:36:28


Επικοινωνια Μαζι Μας

copyright 2008 - cafe-cyprus.com